Μετάβαση στο περιεχόμενο

depend on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας depend on
γ΄ ενικό ενεστώτα depends on
αόριστος depended on
παθητική μετοχή depended on
ενεργητική μετοχή depending on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
depend on <  δείτε τις λέξεις depend και on

depend on (en)

  1. βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε, υπολογίζω σε κάποιον ή κάτι και μπορώ να τον εμπιστεύομαι
    παράδειγμα  You can depend on me.
    Μπορείς να βασίζεσαι σε μένα.
    παράδειγμα  He is not a man to depend on.
    Δεν είναι άνθρωπος να βασιστείς.
    παράδειγμα  I depend on myself/on my strengths.
    Στηρίζομαι στον εαυτό μου/στις δυνάμεις μου.
    παράδειγμα  Can I depend on you?
    Μπορώ να υπολογίζω σε σένα;
    παράδειγμα  Don’t depend on your memory.
    Μην εμπιστεύεσαι την μνήμη σου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη trust
  2. βασίζομαι ότι κάτι θα συμβεί, υπολογίζω, είμαι βέβαιος για κάτι που θα συμβεί
    παράδειγμα  Can we depend on you coming on Sunday?
    Μπορούμε να βασιστούμε ότι θα έρθεις την Κυριακή;
    παράδειγμα  We won’t give up and you can depend on that.
    Δεν θα τα παρατήσουμε, και μπορείς να το υπολογίζεις αυτό.
    παράδειγμα  He will refuse to help, you can depend on it.
    Θ' αρνηθεί να βοηθήσει, να είσαι βέβαιος γι' αυτό.
  3. εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε, χρειάζομαι χρήματα, βοήθεια κτλ. από κάποιον ή κάτι άλλο για συγκεκριμένο σκοπό
    παράδειγμα  My child depends on me.
    Το παιδί μου εξαρτάται από εμένα.
    παράδειγμα  I don't depend on anyone; only on myself.
    Δεν εξαρτώμαι από κανέναν· μόνο από τον εαυτό μου.
    παράδειγμα  I am depending on your help.
    Βασίζομαι στη βοήθειά σου.
  4. εξαρτώμαι από, ανάλογα με, επηρεάζεται ή αποφασίζεται από κάτι
    παράδειγμα  The success of our picnic depends on the weather.
    Η επιτυχία της εκδρομής μας εξαρτάται από τον καιρό.
    παράδειγμα  The movable wall can change position depending on needs.
    Ο κινητός τοίχος μπορεί να αλλάξει θέση ανάλογα με τις ανάγκες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη hinge on

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  •  και δείτε το phrasal verb base on