depend on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | depend on |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | depends on |
| αόριστος | depended on |
| παθητική μετοχή | depended on |
| ενεργητική μετοχή | depending on |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]depend on (en)
- βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε, υπολογίζω σε κάποιον ή κάτι και μπορώ να τον εμπιστεύομαι
You can depend on me.
- Μπορείς να βασίζεσαι σε μένα.
He is not a man to depend on.
- Δεν είναι άνθρωπος να βασιστείς.
I depend on myself/on my strengths.
- Στηρίζομαι στον εαυτό μου/στις δυνάμεις μου.
Can I depend on you?
- Μπορώ να υπολογίζω σε σένα;
Don’t depend on your memory.
- Μην εμπιστεύεσαι την μνήμη σου.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη trust
- βασίζομαι ότι κάτι θα συμβεί, υπολογίζω, είμαι βέβαιος για κάτι που θα συμβεί
Can we depend on you coming on Sunday?
- Μπορούμε να βασιστούμε ότι θα έρθεις την Κυριακή;
We won’t give up and you can depend on that.
- Δεν θα τα παρατήσουμε, και μπορείς να το υπολογίζεις αυτό.
He will refuse to help, you can depend on it.
- Θ' αρνηθεί να βοηθήσει, να είσαι βέβαιος γι' αυτό.
- εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε, χρειάζομαι χρήματα, βοήθεια κτλ. από κάποιον ή κάτι άλλο για συγκεκριμένο σκοπό
My child depends on me.
- Το παιδί μου εξαρτάται από εμένα.
I don't depend on anyone; only on myself.
- Δεν εξαρτώμαι από κανέναν· μόνο από τον εαυτό μου.
I am depending on your help.
- Βασίζομαι στη βοήθειά σου.
- εξαρτώμαι από, ανάλογα με, επηρεάζεται ή αποφασίζεται από κάτι
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- → και δείτε το phrasal verb base on
Πηγές
[επεξεργασία]- depend on - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 159, 302. ISBN 9780194325684., λήμμα: βασίζω, εξαρτώ