coup de foudre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

coup de foudre < coup (χτύπημα) + foudre (κεραυνός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku də fudʁ/

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
coup de foudre coups de foudre

coup de foudre (fr) αρσενικό

  1. ο κεραυνοβόλος έρωτας
  2. (παρωχημένο) θλιβερό, συντριπτικό γεγονός