décaper

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

décaper < deschaper < dé- + cape

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.ka.pe/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

décaper (fr)

  1. ξύνω μια μεταλλική επιφάνεια για να βγάλω τη σκουριά, τη μπογιά, το βερνίκι... που την καλύπτουν
  2. (μεταφορικά) ξεσκουριάζω κάτι
  3. (κατ’ επέκταση) λέγεται για οποιαδήποτε επιφάνεια θέλουμε να καθαρίσουμε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]