détrôner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

détrôner < dé- + trône

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.tʁo.ne/

Ρήμα[επεξεργασία]

détrôner (fr) (μεταβατικό)

  1. εκθρονίζω, βγάζω κάποιον από τον θρόνο
     συνώνυμα: chasser, déposer, destituer
  2. (μεταφορικά) εκθρονίζω, βγάζω κάποιον από τη θέση που είχε
     συνώνυμα: déchoir, discréditer, éclipser, effacer, évincer, supplanter