dare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

dare (en)

  1. τολμώ
  2. προκαλώ κάποιον να κάνει κάτι
    I dare you to kiss that girl

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • I dare say: μάλλον



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dare < λατινική dare

Προφορά[επεξεργασία]

dare 

Ρήμα[επεξεργασία]

dare (it)



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

dare (la)