Μετάβαση στο περιεχόμενο

discerning

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός discerning
συγκριτικός more discerning
υπερθετικός most discerning

Επίθετο

[επεξεργασία]

discerning (en)

  • οξυδερκής, με αναλυτική ματιά, παρατηρητικός κριτής

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

discerning (en)