elevated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛləveɪtɪd/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

elevated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος elevate

Επίθετο[επεξεργασία]

elevated (en)

  1. ανυψωμένος, υπερυψωμένος, υψωθείς
  2. (πληροφορική) λειτουργία με αναβαθμισμένα δικαιώματα, με δικαιώματα διαχειριστή (administrator)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]