διαχειριστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαχειριστής διαχειριστές
γενική διαχειριστή διαχειριστών
αιτιατική διαχειριστή διαχειριστές
κλητική διαχειριστή διαχειριστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαχειριστής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαχειριστής αρσενικό (θηλυκό: διαχειρίστρια)

  1. αυτός που έχει την ευθύνη της διαχείρισης, οικονομικής ή άλλης
    διαχειριστής των επενδύσεων του ανήλικου ορίστηκε ο κ. Τάδε
  2. ειδικότερα:
    • (σε πολυκατοικία) πρόσωπο που διαχειρίζεται τα κοινόχρηστα οικονομικά και συνήθως ταυτόχρονα φροντίζει για τη σωστή λειτουργία μιας πολυκατοικίας
    • (σε ιστότοπο) πρόσωπο που έχει την ευθύνη της διαχείρισης ενός ιστότοπου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]