administrator

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ədˈmɪnɪstɹeɪtə/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /ədˈmɪnɪstɹeɪtə/ (ΗΠΑ)
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

administrator (en)

  1. διαχειριστής
  2. (πληροφορική) ο διαχειριστής συστήματος ή υποσυστήματος πληροφορικής
    σύντμηση: admin

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

administrator (bs)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

administrator < λατινική administrator

Προφορά[επεξεργασία]

administrator 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

administrator (pl) θηλυκό

  1. ο διοικητής
  2. ο διαχειριστής



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

administrator (sr)



Σερβοκροατικά (sh)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

administrator (sh)