engagement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Engagement

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

engagement (en)

  1. η δέσμευση, η υποχρέωση, κάτι που έχω δεσμευτεί/υποσχεθεί να κάνω
  2. ο αρραβώνας
  3. η εμπλοκή στρατιωτικών δυνάμεων, σύγκρουση



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
engagement engagements

engagement (fr) αρσενικό

  1. η υπόσχεση, η αφιέρωση κάποιου σε κάτι, η δέσμευση
  2. (αθλητισμός) η εισαγωγή μιας μπάλας στο γήπεδο, η αρχή ενός παιχνιδιού
  3. (στρατιωτικός όρος) η στράτευση, η εμπλοκή