equivalent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | equivalent |
| συγκριτικός | more equivalent |
| υπερθετικός | most equivalent |
equivalent (en)
- αντίστοιχος, ισότιμος, ισοδύναμος, που είναι ίσο σε αξία, ποσό, νόημα, σημασία κτλ.
We don’t have an equivalent product in our store.
- Δεν έχουμε αντίστοιχο προϊόν στο κατάστημά μας.
Is £5 equivalent to €7.5?
- Είναι £5 ισότιμες με €7.5;
The two equations are equivalent.
- Οι δύο εξισώσεις είναι ισοδύναμες.
This medicine is equivalent to the other but cheaper.
- Αυτό το φάρμακο είναι ισοδύναμο με το άλλο, αλλά φθηνότερο.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη equal
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| equivalent | equivalents |
equivalent (en)
- το αντίστοιχο, το ισοδύναμο
This document is the equivalent of yours.
- Αυτό το έγγραφο είναι το αντίστοιχο του δικού σου.
Words that express emotions do not have exactly the same meaning in all languages, even if they are presented as equivalents in dictionaries.
- Οι λέξεις που εκφράζουν συγκινήσεις δεν έχουν σε όλες τις γλώσσες το ίδιο ακριβώς νόημα, όσο και αν στα λεξικά παρουσιάζονται ως ισοδύναμες.
Πηγές
[επεξεργασία]- equivalent (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- equivalent (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 389. ISBN 9780194325684., λήμμα: ισότιμος