examination

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
examination examinations

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

examination (en)

  1. (μετρήσιμο, επίσημο) η δοκιμασία, η εξέταση, ο διαγωνισμός, το διαγώνισμα, το τεστ, μια επίσημη γραπτή, προφορική ή πρακτική δοκιμασία, ειδικά στο σχολείο ή στο κολέγιο, για να ελέγξω πόσα ξέρω για ένα θέμα
    a written/oral examination - γραπτή/προφορική δοκιμασία
    entrance/preliminary/final exams - εισαγωγικές/προκριματικές/τελικές εξετάσεις
    I did well in the exams.
    Πήγα καλά στις εξετάσεις.
    an examination in math - διαγωνισμός στα μαθηματικά
    I don’t have an exam in Spanish this month.
    Δεν έχω διαγώνισμα στα ισπανικά αυτόν τον μήνα.
    ταυτόσημα: exam
     συνώνυμα: test
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο έλεγχος, η εξέταση, η πράξη του ελέγχω ή εξετάζω
    baggage examination - έλεγχος αποσκευών
    I subject someone to a close examination.
    Υποβάλλω κάποιον σε αυστηρό έλεγχο.
    Upon examination, the bank notes proved to be forgeries.
    Ύστερα από έλεγχο τα χαρτονομίσματα αποδείχτηκαν πλαστά.
    the examination of a bill - η εξέταση ενός λογαριασμού
    the examination of the accused - η εξέταση του κατηγορουμένου
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ιατρική εξέταση
    He went to the hospital for a series of examinations.
    Πήγε στο νοσοκομείο για μια σειρά εξετάσεων.

Πηγές[επεξεργασία]