facilitate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | facilitate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | facilitates |
| αόριστος | facilitated |
| παθητική μετοχή | facilitated |
| ενεργητική μετοχή | facilitating |
facilitate (en) (μεταβατικό, επίσημο)
- διευκολύνω, κάνω δυνατή ή ευκολότερη μια ενέργεια ή μια διαδικασία
The company facilitates the transfer of property between private buyers.
- Η εταιρεία διευκολύνει τη μεταβίβαση ακινήτων μεταξύ ιδιωτών.
Πηγές
[επεξεργασία]
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]facilitate (ro) θηλυκό
- η ευκολία
Κλίση
[επεξεργασία] κλίση του facilitate
| ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
| ονομαστική | o facilitate | facilitatea | nişte facilități | facilitățile |
| γενική | a unei facilități | facilității | a unor facilități | facilităților |
| δοτική | a unei facilități | facilității | a unor facilități | facilităților |
| αιτιατική | o facilitate | facilitatea | nişte facilități | facilitățile |
| κλητική | — | - | — | - |