Μετάβαση στο περιεχόμενο

facilitate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας facilitate
γ΄ ενικό ενεστώτα facilitates
αόριστος facilitated
παθητική μετοχή facilitated
ενεργητική μετοχή facilitating

facilitate (en) (μεταβατικό, επίσημο)

  • διευκολύνω, κάνω δυνατή ή ευκολότερη μια ενέργεια ή μια διαδικασία
    παράδειγμα  The company facilitates the transfer of property between private buyers.
    Η εταιρεία διευκολύνει τη μεταβίβαση ακινήτων μεταξύ ιδιωτών.



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

facilitate (ro) θηλυκό

  1. η ευκολία