few

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αντωνυμία

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός few
συγκριτικός fewer
υπερθετικός fewest

few (en)

  1. (a few) μερικός, ένας μικρός αριθμός ανθρώπων, πραγμάτων ή τοποθεσιών
    A few of these movies are very good.
    Μερικές από αυτές τις ταινίες είναι πολύ καλές.
  2. λίγος, όχι πολλά άτομα, πράγματα ή μέρη
    Few could claim to be happy with their lives.
    Λίγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους.
    Honest people are becoming fewer and fewer.
    Οι τίμιοι άνθρωποι γίνονται όλο και λιγότεροι.
  3. (the few) οι λίγοι, χρησιμοποιείται με ρήμα πληθυντικού αριθμού για να δηλώνει «μικρή ομάδα ανθρώπων»
    Is it right that the many are starving while the few have plenty?
    Είναι σωστό οι πολλοί να πεινάνε και οι λίγοι να τα έχουν όλα;
     αντώνυμα: the many
παραθετικά
θετικός few
συγκριτικός fewer
υπερθετικός fewest

few (en)

  1. (συνήθως a few) λίγος, μερικός, ένας μικρός αριθμός αλλά ακόμα μερικά
    I have a few friends that will help me.
    Έχω λίγους φίλους που θα με βοηθήσουν.
    There are a few days left until vacation.
    Λίγες μέρες έμειναν ως τις διακοπές.
    This job doesn’t need many workers, only a few good ones.
    Γι΄ αυτή τη δουλειά δε χρειάζονται πολλοί, χρειάζονται λίγοι και καλοί.
    I want to disappear for a few days.
    Θέλω να εξαφανιστώ για μερικές μέρες.
     συνώνυμα: some
  2. λίγος, όχι πολλά
    Few people in Greece know Chinese.
    Λίγοι άνθρωποι στην Ελλάδα ξέρουν κινέζικα.
    Few people live to be a hundred.
    Λίγοι άνθρωποι φτάνουν το εκατό.
    There are fewer and fewer honest people.
    Οι τίμιοι άνθρωποι γίνονται όλο και λιγότεροι.
     αντώνυμα: many

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • χρησιμοποιείται μόνο με μετρήσιμα ουσιαστικά σε πληθυντικό αριθμό
  • Με μη μετρήσιμα ουσιαστικά χρησιμοποιείται το little
  • Το Oxford Dictionary θεωρεί few ως προσδιοριστής και ως επίθετο