fluent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός fluent
συγκριτικός more fluent
υπερθετικός most fluent

Επίθετο[επεξεργασία]

fluent (en)

  1. ευφραδής
  2. άνετα, που μιλάει με ευχέρεια μια ξένη γλώσσα
    I am fluent in English.
    Μιλάω άνετα αγγλικά.

Παράγωγα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 66. ISBN 9780194325684. , λήμμα: άνετος