fuel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fuel (en)

  1. το καύσιμο
  2. ουσία που τρέφει έναν οργανισμό, τροφή
  3. (μεταφορικά)