gourmet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gourmet gourmets

gourmet (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) οινολόγος, αυτός που δοκιμάζει τα κρασιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: goûteur
  2. καλοφαγάς, αυτός που του αρέσει το καλό φαΐ και το καλό ποτό, γκουρμέ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]