Μετάβαση στο περιεχόμενο

gourmet

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gourmet gourmets

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡuʁ.mɛ/
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gourmet (fr) αρσενικό (θηλυκό gourmette)

  1. (γαστρονομία) γκουρμέ, καλοφαγάς, αυτός που του αρέσει το καλό φαΐ και το καλό ποτό
  2. (παρωχημένη σημασία) οινολόγος, αυτός που δοκιμάζει τα κρασιά
    ≈ συνώνυμα: goûteur