hiatus

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Attention Sign.svg Προσοχή! ΟΧΙ υετός


Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hiatus (en)

  1. χάσμα
  2. διακοπή, διάλειμμα, παύση, αδράνεια για κάποιο χρονικό διάστημα
  3. χασμωδία
  4. ιστολογική ασυνέχεια

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ja.tys/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hiatus hiatus

hiatus (fr) αρσενικό

  1. η χασμωδία