διάλειμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : διάλυμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάλειμμα διαλείμματα
γενική διαλείμματος διαλειμμάτων
αιτιατική διάλειμμα διαλείμματα
κλητική διάλειμμα διαλείμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διάλειμμα < ελληνιστική κοινή διάλειμμα < διά + λείπω + -μα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈðʝa.li.ma/ και /ði.ˈa.li.ma/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διάλειμμα ουδέτερο

κάνε επιτέλους ένα διάλειμμα, είσαι στον υπολογιστή δέκα ώρες συνεχώς!

32πχ Μεταφράσεις[]