Μετάβαση στο περιεχόμενο

pause

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pause < μέση γαλλική pause < λατινική pausa < αρχαία ελληνική παῦσις < παύω.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pause pauses

pause (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
ενεστώτας pause
γ΄ ενικό ενεστώτα pauses
αόριστος paused
παθητική μετοχή paused
ενεργητική μετοχή pausing

pause (en)

  1. (αμετάβατο) διακόπτω, σταματάω, κοντοστέκομαι, σταματώ να μιλάω ή να κάνω κάτι προσωρινά πριν συνεχίσω
    παράδειγμα  He paused his studies but he’s thinking about continuing with them.
    Διέκοψε τις σπουδές του αλλά σκέπτεται να τις συνεχίσει.
    παράδειγμα  He paused for a moment, looked at the audience and continued.
    Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε το ακροατήριο και συνέχισε.
    παράδειγμα  She paused for a moment and greeted her.
    Κοντοστάθηκε μια στιγμή και τη χαιρέτησε.
  2. (μεταβατικό) πατάω παύση για να σταματήσω ένα βίντεο κτλ. για λίγο
    παράδειγμα  She paused the movie to go and answer the door.
    Πάτησε παύση στην ταινία για να πάει να ανοίξει την πόρτα.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pause < (κληρονομημένο) μέση γαλλική pause < λατινική pausa < ελληνιστική κοινή παῦσις.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poz/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pause
ομόηχο: pose (αναλόγως διαλέκτου)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pause pauses

pause (fr) θηλυκό

  1. η παύση
  2. η ανάπαυλα
  3. το διάλειμμα
  4. (ειδικότερα, μουσική) η παύση ολόκληρου

Συγγενικά

[επεξεργασία]