pause
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pause < μέση γαλλική pause < λατινική pausa < αρχαία ελληνική παῦσις < παύω.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pause | pauses |
pause (en)
- (μετρήσιμο) η παύση, η διακοπή
There was a small pause in the conversation.
- Έγινε μια μικρή παύση στην κουβέντα.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pause |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pauses |
| αόριστος | paused |
| παθητική μετοχή | paused |
| ενεργητική μετοχή | pausing |
pause (en)
- (αμετάβατο) διακόπτω, σταματάω, κοντοστέκομαι, σταματώ να μιλάω ή να κάνω κάτι προσωρινά πριν συνεχίσω
He paused his studies but he’s thinking about continuing with them.
- Διέκοψε τις σπουδές του αλλά σκέπτεται να τις συνεχίσει.
He paused for a moment, looked at the audience and continued.
- Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε το ακροατήριο και συνέχισε.
She paused for a moment and greeted her.
- Κοντοστάθηκε μια στιγμή και τη χαιρέτησε.
- (μεταβατικό) πατάω παύση για να σταματήσω ένα βίντεο κτλ. για λίγο
She paused the movie to go and answer the door.
- Πάτησε παύση στην ταινία για να πάει να ανοίξει την πόρτα.
Πηγές
[επεξεργασία]- pause (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- pause (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 674. ISBN 9780194325684., λήμμα: παύση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pause < (κληρονομημένο) μέση γαλλική pause < λατινική pausa < ελληνιστική κοινή παῦσις.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pause | pauses |
pause (fr) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- pause - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- pause - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Μουσική (γαλλικά)