interval

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
interval intervals

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

interval (en)

  1. απόσταση, διάστημα (στον χώρο), διάκενο
  2. περίοδος (χρονική), διάστημα (χρονικό)
  3. το διάλειμμα στο θέατρο
    The first interval lasts 15 minutes.
    Το πρώτο διάλειμμα διαρκεί 15 λεπτά.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη break

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
interval intervals

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

interval (fr) αρσενικό

  1. διάστημα, διάκενο