hip
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | hip |
| συγκριτικός | hipper |
| υπερθετικός | hippest |
hip (en)
- (αργκό) μοδάτος
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fashionable
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hip | hips |
hip (en)
Πηγές
[επεξεργασία]- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 198. ISBN 9780194325684., λήμμα: γοφός