Μετάβαση στο περιεχόμενο

illegally

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός illegally
συγκριτικός more illegally
υπερθετικός most illegally

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
illegally < illegal + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

illegally (en)

  • παράνομα, λαθραία
    παράδειγμα  He was convicted for hunting illegally.
    Καταδικάστηκε, επειδή κυνηγάει παράνομα/λαθραία.