injection

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

εξήγηση για τον μαθηματικό ορισμό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

injection (en)

  1. η ένεση
  2. (μαθηματικά) η μονοσήμαντη αντιστοιχία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

bijection, surjection



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ̃.ʒɛk.sjɔ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
injection injections

injection (fr) θηλυκό

injection intramusculaire / intraveineuse / sous-cutanée

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]