kukułka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kukułka kukułki
γενική kukułki kukułek
δοτική kukułce kukułkom
αιτιατική kukułkę kukułki
οργανική kukułką kukułkami
τοπική kukułce kukułkach
κλητική kukułko kukułki

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kuˈkuwka/
kukułka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kukułka (pl) θηλυκό