landscape

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

landscape (en)

  • τοπίο
  • τοπιογραφία
  • τρόπος εκτύπωσης ενός εγγράφου κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι μακρές πλευρές του χαρτιού να βρίσκονται πάνω και κάτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

landscape (en)

  • φυτεύω λουλούδια και δέντρα για να ομορφύνω ένα μέρος