landscape

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

landscape (en)

  • τοπίο
  • τοπιογραφία
  • τρόπος εκτύπωσης ενός εγγράφου κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι μακρές πλευρές του χαρτιού να βρίσκονται πάνω και κάτω

Ρήμα[επεξεργασία]

landscape (en)

  • φυτεύω λουλούδια και δέντρα για να ομορφύνω ένα μέρος