latino

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

latino < λατινική latinum

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό latino latini
θηλυκό latina latine

latino (it)

  1. ο λατίνος, ο κάτοικος του αρχαίου Λατίου
  2. ο ομιλητής της λατινικής γλώσσας.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

latino (it)

  1. η γλώσσα που ομιλούνταν στο αρχαίο Λάτιο
  2. Μία από τις φυλές που ζούσαν στην αρχαία ιταλική χερσόνησο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]