loaf

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loaf (en)

  1. φραντζόλα, καρβέλι
  2. (λαϊκότροπο) μυαλό, πολυμηχανία, επινοητικότητα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

loaf (en)