losing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈluːzɪŋ/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

losing (en)

  1. ηττημένος
  2. χαμένος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
losing losings

losing (en)

  1. η απώλεια (αντικειμένου)
  2. η απώλεια, ο χαμός, ο θάνατος (προσώπου)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

losing (en)