Μετάβαση στο περιεχόμενο

lucrative

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός lucrative
συγκριτικός more lucrative
υπερθετικός most lucrative

Επίθετο

[επεξεργασία]

lucrative (en)

Σύνθετα

[επεξεργασία]