mainmise

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mainmise mainmises

mainmise (fr) θηλυκό

  1. (νομικός όρος) (στην εποχή της φεουδαρχίας) η κατάσχεση
  2. ο έλεγχος, η επιρροή
  3. η ανάμιξη, η παρέμβαση

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πριν από τα γράμματα « m », « p » και « b », γράφουμε « m » εκτός από néanmoins, perlimpinpin, panpan και τα παράγωγα του bon, του main και του Istanbul : bonbon, bonbonnière, bonbonne, embonpoint, mainmise, mainmorte, Istanbuliote, Stanbouliote.