κατάσχεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάσχεση κατασχέσεις
γενική κατάσχεσης
& κατασχέσεως
κατασχέσεων
αιτιατική κατάσχεση κατασχέσεις
κλητική κατάσχεση κατασχέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάσχεση < μεταγενέστερη ελληνική κατάσχεσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ˈta.sçɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατάσχεση θηλυκό (κατάσχεσις)

  • η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]