παρέμβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρέμβαση οι παρεμβάσεις
      γενική της παρέμβασης* των παρεμβάσεων
    αιτιατική την παρέμβαση τις παρεμβάσεις
     κλητική παρέμβαση παρεμβάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, παρεμβάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρέμβαση < παρεμβαίνω + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intervention[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρέμβαση θηλυκό

  • η ανάμειξη κάποιου σε υπόθεση άλλων
    η παρέμβαση ξένων δημιουργεί συχνά προβλήματα στις σχέσεις
  • ό,τι παρεμβάλλεται, η παρεμβολή
    τεχνικές παρεμβάσεις σε ένα χώρο
  • η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση
    { τηλεφωνική παρέμβαση του υπουργού στο δελτίο ειδήσεων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]