mendiant
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mendiant | mendiants |
mendiant (fr)
- αρσενικό o ζητιάνος, o επαίτης
- αρσενικό les quatre mendiants, (ή μόνο) mendiant(s): τέσσερις ξηροί καρποί που παρουσιάζονται σε δίσκο μαζί: αμύγδαλα, σταφίδες, σύκα, φουντούκια
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | mendiant | mendiants |
| θηλυκό | mendiante | mendiantes |
Επίθετο
[επεξεργασία]mendiant (fr)