nager

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /na.ʒe/
nager 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

nager (fr)

  1. (ναυτικός όρος) κωπηλατώ
  2. (πιο συνηθισμένο) κολυμπώ
  3. πλέω μέσα σε άφθονο υγρό
  4. (μεταφορικά) βρίσκομαι στην πληρότητα ενός αισθήματος ή μιας κατάστασης
    Il nage dans le bonheur. Πλέει σε πελάγη ευτυχίας.
    (λόγιο) Il nage dans le sang. Κοίτεται μέσα στο αίμα.
    συνώνυμα: baigner
  5. (οικείο) πλέω μέσα σε ένα ένδυμα
    Il nage dans son pantalon. Πλέει μέσα στο παντελόνι του.
    συνώνυμα: flotter
  6. (οικείο) τα έχω χαμένα, δεν ξέρω τι κάνω
    Je nage complètement. Έχω μπερδευτεί τελείως, δεν ξέρω τι μου γίνεται.
    συνώνυμα: patauger

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Nager entre deux eaux. Παίζω σε δύο ταμπλό, εξασφαλίζω καλές σχέσεις με δύο κόμματα, αποφεύγω να πάρω θέση.
συνώνυμα: louvoyer
  • Nager en eau trouble. Ξέρω να τα βγάζω πέρα από μια διφορούμενη, μπερδεμένη κατάσταση.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]