ogródek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ogródek ogródki
γενική ogródku ogródków
δοτική ogródkowi ogródkom
αιτιατική ogródek ogródki
οργανική ogródkiem ogródkami
τοπική ogródku ogródkach
κλητική ogródku ogródki

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ogródek < υποκοριστικό του ogród

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ogródek (pl) αρσενικό