okno

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική okno okna
γενική okna okien
δοτική oknu oknom
αιτιατική okno okna
οργανική oknem oknami
τοπική oknie oknach
κλητική okno okna


Ετυμολογία [επεξεργασία]

okno < πρωτοσλαβική okъno

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

okno (pl) ουδέτερο

  1. το παράθυρο



Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

okno < πρωτοσλαβική okъno

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

okno (sk)



Σλοβενικά (sl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

okno < πρωτοσλαβική okъno

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

okno (sl)



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

okno < πρωτοσλαβική okъno

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

okno (cs) ουδέτερο

  1. το παράθυρο