Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

onus < λατινική onus (βάρος)


ΔΦΑ : /ˈəʊnəs/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /ˈoʊnəs/ (ΗΠΑ)


      ενικός         πληθυντικός  
onus onuses
Πληθυντικός στα λατινικά: onera.

onus (en)

  1. βάρος, νομική υποχρέωση
    The onus is on the landlord to make sure the walls are protected from mildew.
  2. (μη μετρήσιμο) το βάρος, η υποχρέωση να αποδείξεις κάτι (burden of proof)
    The onus is on those who disagree with my proposal to explain why.
  3. το βάρος, το στίγμα
    Geraldine evades the onus of ambition by subordinating it to the service of her family, and escapes the onus of sexuality by bodily mutilation (Dorothy Mermin, Godiva's Ride: Women of Letters in England, 1830-1880, σελ. 19, 1993)
  4. το βάρος, η ευθύνη, η υπαιτιότητα
    ... what might be called "onus-shifting" — each side trying to make a record and place blame on the other for the division of Europe and the Cold War itself. (Daniel Yergin, Shattered Peace: The Origins of the Cold War and the National Security State, σελ.6, 1977)
  5. το βάρος, η ευθύνη
    The onus isn't on us to produce something great every time. The onus is on the public to decide whether they like it or not. (The Beatles Anthology, σελ. 174, 2000)


Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Λατινικά (la)[επεξεργασία]


onus (la), γ' κλίσης, γενική: oneris

  1. βάρος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]