orator

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

orator (en)

  1. ρήτορας



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

orator (ro) αρσενικό

  1. ο ρήτορας

Κλίση[επεξεργασία]