Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

otherwise < other + -wise


otherwise (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. διαφορετικά, αλλιώς (με διαφορετικό τρόπο)
    I could not do it otherwise.
    Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
  2. (συνδετικός) διαφορετικά, αλλιώς (σε διαφορετική περίπτωση)
    Get up now, otherwise you will be late.
    Σήκω τώρα, αλλιώς θ' αργήσεις.
     συνώνυμα: else, or else
  3. (συνδετικός) κατά τα άλλα
    The first point was incorrect, otherwise, all that he said was correct.
    Το πρώτο επιχείρημα ήταν λανθασμένο, κατά τα άλλα, όσα είπε ήταν σωστά.
     συνώνυμα: apart from, other than, → δείτε τη λέξη besides


  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 33. ISBN 9780194325684. , λήμμα: αλλιώς