Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

otherwise < other + -wise


otherwise (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. ειδάλλως, αλλιώς, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν κάτι δεν συνέβαινε ή αν η κατάσταση ήταν διαφορετική
    Be quick, otherwise you will miss the train.
    Κάνε γρήγορα, ειδάλλως θα χάσεις το τρένο.
    Get up now, otherwise you will be late.
    Σήκω τώρα, αλλιώς θ' αργήσεις.
    You will pay me what you owe me, otherwise we’ll have a messy resolution.
    Θα μου πληρώσεις ό,τι μου χρωστάς· αλλιώς θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα.
    If he wants to come, great; otherwise, we’ll start by ourselves.
    Αν θέλει νά ΄ρθει, καλώς· αλλιώς ξεκινάμε μόνοι μας.
     συνώνυμα:  before, else, or και or else
  2. κατά τα άλλα, εκτός από
    The first point was incorrect, otherwise all that he said was correct.
    Το πρώτο επιχείρημα ήταν λανθασμένο, κατά τα άλλα, όσα είπε ήταν σωστά.
    The rent is high, but otherwise the house is satisfactory.
    Το νοίκι είναι μεγάλο, αλλά κατά τα αλλά το σπίτι είναι ικανοποιητικό.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη besides
  3. διαφορετικά, (κι) αλλιώς, με διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο που αναφέρθηκε
    You obviously think otherwise.
    Προφανώς σκέφτεσαι διαφορετικά.
    I could not do it otherwise.
    Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
    Am I able to do it otherwise?
    Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;
    If you can, do it otherwise.
    Αν μπορείς κάνε κι αλλιώς.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη differently