Μετάβαση στο περιεχόμενο

before

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

before (en) (χωρίς παραθετικά)

  • πριν (από), μπροστά από, πρώτα, ξανά
    παράδειγμα  I bought them two months before.
    Τα αγόρασα πριν από/μπροστά από δυο μήνες.
    παράδειγμα  Life was better before.
    Η ζωή ήταν καλύτερη πριν.
    παράδειγμα  He came out of the hospital cured and healthy as before.
    Βγήκε από το νοσοκομείο θεραπευμένος και υγιής όπως πριν.
    παράδειγμα  They started to speak like before.
    Άρχισαν να μιλούν όπως πρώτα.
    παράδειγμα  We think we have seen this movie before but we wouldn’t swear to it.
    Νομίζουμε ότι έχουμε δει αυτή την ταινία ξανά αλλά δε θα το ορκιζόμασταν.
     συνώνυμα: earlier, ago και previously

Πρόθεση

[επεξεργασία]

before (en)

  1. πριν (από), νωρίτερα από κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  He left before Christmas.
    Έφυγε πριν (από) τα Χριστούγεννα.
    παράδειγμα  The pilots were briefed before their mission.
    Οι πιλότοι ενημερώθηκαν πριν από την αποστολή τους.
    παράδειγμα  He can’t see you before eleven.
    Δεν μπορεί να σας δεχτεί πριν τις έντεκα.
    παράδειγμα  I will be back before five.
    Θα γυρίσω πριν από τις πέντε.
    παράδειγμα  She will have become a teacher before me.
    Θα έχει γίνει δασκάλα πριν από εμένα.
    παράδειγμα  There was a fight before the crime.
    Προηγήθηκε πάλη του εγκλήματος.
  2. πριν (από), μπροστά από κάποιον ή κάτι σε μια σειρά
    παράδειγμα  two stops before the end - δύο στάσεις πριν (από) το τέρμα
    παράδειγμα  (in line) You are before me!
    (στην ουρά) Προηγείστε!/Είστε πριν από εμένα!
  3. (μάλλον επίσημο) μπροστά σε, πριν (από), που βρίσκεται σε θέση μπροστά σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  Look before you! - Κοίτα μπροστά σου!
    παράδειγμα  before my eyes - μπροστά στα μάτια μου
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη ahead of
  4. μπροστά σε, είμαι παρουσία κάποιου που ακούει, παρακολουθεί κτλ.
    παράδειγμα  He was brought before the judge.
    Τον έφεραν μπροστά στο δικαστή.
     συνώνυμα: in front of

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

before (en)

  1. πριν, προτού, δείχνει ότι η πράξη που περιγράφεται ακολουθεί χρονικά την πράξη της κύριας πρότασης
    παράδειγμα  I will read a book before I go to sleep.
    Θα διαβάσω ένα βιβλίο πριν κοιμηθώ.
    παράδειγμα  I ran and caught him just before he left.
    Έτρεξα και τον πρόλαβα λίγο πριν φύγει.
    παράδειγμα  I’ll let you know before leaving.
    Θα σε ειδοποιήσω προτού φύγω.
  2. πριν να, ώσπου να
    παράδειγμα  It will be five years before we meet again.
    Θα περάσουν πέντε χρόνια πριν να/ώσπου να ξανασυναντηθούμε.
     συνώνυμα: until
  3. αλλιώς, χρησιμοποιείται για να προειδοποιήσει ή να απειλήσει κάποιον ότι κάτι κακό θα μπορούσε να συμβεί
    παράδειγμα  Get ready quickly before you miss the train.
    Ετοιμάσου γρήγορα, αλλιώς θα χάσεις το τρένο.
    παράδειγμα  Pay me what you owe me before we have a messy resolution.
    Θα μου πληρώσεις ό,τι μου χρωστάς· αλλιώς θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη otherwise
  4. (επίσημο) παρά να
    παράδειγμα  They were determined to die before being enslaved.
    Ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν παρά να σκλαβωθούν.
     συνώνυμα: rather than

Παράγωγα

[επεξεργασία]