pale
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]pale (en)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]pale (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pale (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pale | pales |
pale (fr) θηλυκό
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]pale < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάλε < αρχαία ελληνική πάλιν
Επίρρημα
[επεξεργασία]pale (pàle)
Πηγές
[επεξεργασία]- pàle Vocabolario σελ.352 - Λαμπρινός Στέφανος. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Επίθετα (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Εραλδική (αγγλικά)
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Επιρρήματα (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)