Μετάβαση στο περιεχόμενο

pale

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

pale (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

pale (en)

  1. χλομιάζω
  2. ωχριώ
  3. (εραλδική) η τιμητική κατακόρυφη λωρίδα ενός οικοσήμου

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pale (en)

  1. το παλούκι, ο πάσσαλος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pale pales

pale (fr) θηλυκό

  1. το άκρο ενός κουπιού
  2. κάθε ένα από τα τμήματα ενός έλικα

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

pale < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάλε < αρχαία ελληνική πάλιν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

pale (pàle)