ωχρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ωχρός ωχρή ωχρό
γενική ωχρού ωχρής ωχρού
αιτιατική ωχρό ωχρή ωχρό
κλητική ωχρέ ωχρή ωχρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωχροί ωχρές ωχρά
γενική ωχρών ωχρών ωχρών
αιτιατική ωχρούς ωχρές ωχρά
κλητική ωχροί ωχρές ωχρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωχρός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ὠχρός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pâle[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔˈxɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔˈxɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔˈxɾɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

ωχρός, -ή/-ά, ό

  1. που έχει το συνήθως κιτρινωπό χρώμα της ώχρας
     συνώνυμα: υποκίτρινος
  2. (για ανθρώπους) ο χλωμός
     συνώνυμα: πελιδνός
  3. (συνεκδοχικά, μεταφορικά) ο ασαφής, ο αμυδρός, ο άτονος, ο αβέβαιος
    η ωχρά κηλίδα είναι τμήμα του ματιού, στον αμφιβληστροειδή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]