ωχρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ωχρός ωχρή ωχρό
γενική ωχρού ωχρής ωχρού
αιτιατική ωχρό ωχρή ωχρό
κλητική ωχρέ ωχρή ωχρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωχροί ωχρές ωχρά
γενική ωχρών ωχρών ωχρών
αιτιατική ωχρούς ωχρές ωχρά
κλητική ωχροί ωχρές ωχρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωχρός < αρχαία ελληνική ὠχρός, άγνωστης ετυμολογίας & σημδ. γαλλ. pâle

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈxɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.ˈxɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.ˈxɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ωχρός, -ή/-ά, ό

  1. που έχει το συνήθως κιτρινωπό χρώμα της ώχρας
    συνώνυμα: υποκίτρινος
  2. (για ανθρώπους) ο χλωμός
    συνώνυμα: πελιδνός
  3. (συνεκδοχικά - μεταφορικά) ο ασαφής, ο αμυδρός, ο άτονος, ο αβέβαιος
  4. η ωχρά κηλίδα είναι τμήμα του ματιού, στον αμφιβληστροειδή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]