χλωμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | χλωμός | η | χλωμή | το | χλωμό |
| γενική | του | χλωμού | της | χλωμής | του | χλωμού |
| αιτιατική | τον | χλωμό | τη | χλωμή | το | χλωμό |
| κλητική | χλωμέ | χλωμή | χλωμό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | χλωμοί | οι | χλωμές | τα | χλωμά |
| γενική | των | χλωμών | των | χλωμών | των | χλωμών |
| αιτιατική | τους | χλωμούς | τις | χλωμές | τα | χλωμά |
| κλητική | χλωμοί | χλωμές | χλωμά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χλωμός < χλομός, με παρεγυμολογική σύνδεση προς το «χλωρός» [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xloˈmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χλω‐μός
Επίθετο
[επεξεργασία]χλωμός, -ή, -ό [2]
- συνηθισμένη γραφή του χλομός
- ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
- Πανσέληνος Αλέξης, Ο κουτσός άγγελος, αρχική δημοσίευση από τις εκδόσεις Κέδρος: (2002), [ηλεκτρονικό βιβλίο], εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, ISBN 9786180328189, @google.gr/books
- ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χλωμός
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χλομός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ χλωμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας