parcel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

parcel (en)

  1. το δέμα (πακέτο)
    I saw a brown paper parcel on my doorstep.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: package
  2. τμήμα γης, οικόπεδο
    I own a small parcel of land between the refinery and the fish cannery.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: plot
  3. αδιευκρίνιστος αριθμός ή ποσότητα, σύνολο, ομάδα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: passel

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

parcel (en)

  1. φτιάχνω ένα δέμα, τυλίγω κάτι σε δέμα γιανα το στείλω