pecu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pecu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péḱu (βοοειδή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pecu ουδέτερο

  1. βοοειδή, γελάδια
  2. (κατ’ επέκταση) οικόσιτα ζώα

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική pecū pecŭă
γενική pecūs pecŭŭm
δοτική pecū pecĭbus
αιτιατική pecū pecŭă
κλητική pecū pecŭă
αφαιρετική pecū pecĭbus
(δ' κλίση)

Πηγές[επεξεργασία]