proof
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]proof (en)
- (σε σύνθετα) αδιαπέραστος, για υλικό το οποίο δεν επιτρέπει τη διείσδυση
waterproof/soundproof/bulletproof - αδιαπέραστος από νερό/ήχο/σφαίρες
bulletproof - αλεξίσφαιρος
waterproof - αδιάβροχος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| proof | proofs |
proof (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η απόδειξη
There is no proof that he did it.
- Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το έκανε.
There is no proof of that.
- Δεν υπάρχει απόδειξη για αυτό.
I will not deny it, because you have enough proof.
- Δε θα το αρνηθώ, γιατί έχεις αρκετές αποδείξεις.
- (συνήθως πληθυντικός) το τυπογραφικό δοκίμιο
We sent the proofs over to the editor of the publication.
- Στείλαμε τα δοκίμια στον επιμελητή της έκδοσης.
- (μη μετρήσιμο) η περιεκτικότητα (οινοπνεύματος), ένα μέτρο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της περιεκτικότητας των αλκοολούχων ποτών
Vodka is 70° proof.
- Η βότκα έχει 70° περιεκτικότητα οινοπνεύματος.
whisky with under/over proof - ουίσκι με περιεκτικότητα μικρότερη/μεγαλύτερη από το κανονικό
Ρήμα
[επεξεργασία]proof (en)
- κάνω κάτι αδιαπέραστος
Πηγές
[επεξεργασία]- proof (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- proof (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- proof (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 684. ISBN 9780194325684., λήμμα: περιεκτικότητα