proof

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɹuːf/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

proof (en)

  1. έλεγχος, εξέταση, δοκιμή
  2. απόδειξη
  3. τυπογραφικό δοκίμιο
  4. η ανθεκτικότητα, η μη διαπερατότητα
  5. βάσανος