Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιεκτικότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιεκτικότητα οι περιεκτικότητες
      γενική της περιεκτικότητας των περιεκτικοτήτων
    αιτιατική την περιεκτικότητα τις περιεκτικότητες
     κλητική περιεκτικότητα περιεκτικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιεκτικότητα < περιεκτικός + -ότητα (μαρτυρείται από το 1877) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capacité)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περιεκτικότητα θηλυκό

  1. η ποσότητα κάποιου πράγματος ή υλικού που περιέχεται σε κάποιο άλλο πράγμα ή υλικό
      Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)
  2. η χωρητικότητα
  3. (για λόγο) το να είναι κάποιος περιεκτικός, η ιδιότητα του περιεκτικού

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]