rally

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
rally rallies

rally (en)

  1. πολιτική συγκέντρωση, διαδήλωση ή πορεία
  2. ράλι, αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων
  3. ανάκαμψη τιμών (πχ στο χρηματιστήριο)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας rally
γ΄ ενικό ενεστώτα rallies
αόριστος rallied
παθητική μετοχή rallied
ενεργητική μετοχή rallying

rally (en)

  1. ανασυντάσσω (πχ διασκορπισμένο στράτευμα)
  2. ανακάμπτω μετά από ασθένεια
  3. (οικονομία) ανακάμπτω για τιμές στο χρηματιστήριο, παίρνω τα πάνω μου
    The market/the economy is rallying.
    Η αγορά/η οικονομία πήρε τα πάνω της.

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 315. ISBN 9780194325684. , λήμμα: (ε)πάνω