rally

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rally (en)

  1. πολιτική συγκέντρωση, διαδήλωση ή πορεία
  2. ράλι, αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων
  3. ανάκαμψη τιμών (πχ στο χρηματιστήριο)

Ρήμα[επεξεργασία]

rally (en)

  1. ανασυντάσσω (πχ διασκορπισμένο στράτευμα)
  2. ανακάμπτω (για τιμές στο χρηματιστήριο, μετά από ασθένεια)