rampant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

rampant (en)

  1. αφηνιασμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: rampant
  2. ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος
  3. (οικοσημολογία) όρθιο (σε κατακόρυφη θέση) γραφικό θηρίο σε θυρεό που στέκεται στο ένα πόδι και προβάλλει απειλητικά τα νύχια των ελεύθερων άκρων του (σχεδόν πάντα έχει ελαφρώς ανοιχτό στόμα από το οποίο ξεπροβάλλει η κυματιστή γλώσσα του)
    (αρκετά σπανιότερα) το γραφικό θηρίο δύναται να πατά και στα δύο πίσω άκρα, με ελαττωμένη έτσι τη δυναμική του



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

rampant < ramper

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό rampant rampants
θηλυκό rampante rampantes

rampant (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rampant rampants

rampant (fr) αρσενικό